Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2015

Πώς ο αντι-εξουσιασμός θεωρείται πρόβλημα ψυχικής υγείας.

Θα χορηγούσαμε φάρμακα στον Einstein; Πώς ο αντι-εξουσιασμός θεωρείται πρόβλημα ψυχικής υγείας.

Πουλάμε όλο και περισσότερο φάρμακα που ουσιαστικά «θεραπεύουν» τους αντι-εξουσιαστές.


Του Bruce E. Levine

Στην καριέρα μου ως ψυχολόγος έχω μιλήσει με εκατοντάδες ανθρώπους, οι οποίοι προηγουμένως είχαν διαγνωστεί από άλλους επαγγελματίες με Εναντιωματική Προκλητική Διαταραχή Συμπεριφοράς, Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερ-κινητικότητας, Διαταραχή Άγχους και άλλες ψυχιατρικές διαταραχές, και μου έκαναν εντύπωση δύο πράγματα: το πόσοι από όσους έχουν διαγνωστεί είναι στην ουσία αντιεξουσιαστές και πόσο δεν είναι αυτοί οι ειδικοί που έχουν κάνει την διάγνωση.
Οι αντι-εξουσιαστές αμφισβητούν το αν μία αρχή είναι θεμιτή, πριν την πάρουν στα σοβαρά. Η εκτίμηση της νομιμότητας των αρχών περιλαμβάνει την εκτίμηση για το αν οι αρχές γνωρίζουν ή όχι στην πραγματικότητα αυτό, για το οποίο μιλούν, για το αν είναι ή όχι ειλικρινείς και αν ενδιαφέρονται για τους ανθρώπους που σέβονται την εξουσία τους. Και όταν οι αντι-εξουσιαστές εκτιμούν ότι μία εξουσία είναι παράνομη, αμφισβητούν και αντιστέκονται σε αυτήν την αρχή,  άλλοτε  επιθετικά και άλλοτε παθητικά-επιθετικά, μερικές φορές με σύνεση και μερικές όχι.
Μερικοί ακτιβιστές παραπονιούνται για το πόσο λίγοι αντι-εξουσιαστές υπάρχουν πλέον στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ένας λόγος θα μπορούσε να είναι ότι πολλοί φυσικοί αντι- εξουσιαστές τώρα πια παθολογικοποιούνται και τους χορηγείται αγωγή προτού αποκτήσουν πολιτική συνείδηση για τις πιο καταπιεστικές αρχές της κοινωνίας.

Γιατί οι Ειδικοί Ψυχικής Υγείας διαγιγνώσκουν τους Αντι-Εξουσιαστές με Ψυχική ασθένεια;
Το να αποκτήσει πρόσβαση σε Σχολή Μεταπτυχιακών ή στην ιατρική σχολή κάποιος και η κατάκτηση ενός διδακτορικού ή μεταπτυχιακού καθώς και το να γίνει ψυχολόγος ή ψυχίατρος σημαίνει ότι περνά μέσα από πολλά εμπόδια, τα οποία απαιτούν αρκετή συμπεριφοριστική και προσηλωμένη συμμόρφωση με τις αρχές, ακόμα και με αυτές, τις οποίες κάποιος δεν αποδέχεται. Η επιλογή και η κοινωνικοποίηση των ειδικών ψυχικής υγείας τείνουν να εξοντώνουν πολλούς αντι-εξουσιαστές. Τα πτυχία και τα διαπιστευτήρια αποτελούν κυρίως διακριτικές ενδείξεις της συμμόρφωσης. Εκείνοι που έχουν αποκτήσει εκτεταμένη εκπαίδευση έχουν ζήσει για πολλά χρόνια σε έναν κόσμο όπου συστηματικά συμβιβάζονται με τις απαιτήσεις των αρχών. Ως εκ τούτου για πολλούς κατόχους μεταπτυχιακού και διδακτορικού τίτλου, άνθρωποι διαφορετικοί από αυτούς που απορρίπτουν αυτή την προσήλωση και την συμπεριφοριστική συμμόρφωση, φαντάζουν σαν να είναι από άλλο κόσμο, έναν κόσμο παθογένειας. Έχω διαπιστώσει ότι οι περισσότεροι ψυχολόγοι, οι ψυχίατροι και άλλοι ειδικοί ψυχικής υγείας δεν είναι μόνο εξαιρετικά συμβιβασμένοι με τις αρχές αλλά και αγνοούν το βαθμό της υπακοής τους. Και μου έχει γίνει επίσης σαφές, ότι η αντι-εξουσιαστικότητα των ασθενών τους, δημιουργεί τεράστιο άγχος σε αυτούς τους ειδικούς και το άγχος τους, τους οδηγεί σε διαγνώσεις και θεραπείες.
Κατά τη διάρκεια του μεταπτυχιακού μου ανακάλυψα, ότι, το μόνο που χρειάστηκε για να με χαρακτηρίσουν ως «έχων προβλήματα με την εξουσία», ήταν το να μη γλύφω τον διευθυντή της κλινικής πρακτικής, του οποίου η προσωπικότητα ήταν ένας συνδυασμός Donald Trump, Newt Gingrich και Howard Cosell. Όταν μου είπαν κάποιοι διδάσκοντες ότι είχα κάποια θέματα με την εξουσία, μου δημιουργήθηκαν ανάμεικτα συναισθήματα για το ότι με χαρακτήρισαν έτσι. Από την μία πλευρά το βρήκα διασκεδαστικό επειδή έχοντας μεγαλώσει με παιδιά της εργατικής τάξης, κατά κάποιο τρόπο θεωρούνταν ότι έχω συμβιβαστεί με τις αρχές, αφού σε τελική ανάλυση έκανα τις εργασίες μου, διάβαζα και έπαιρνα καλούς βαθμούς. Ωστόσο, ενώ ο νέος μου χαρακτηρισμός ως «έχων προβλήματα με την εξουσία» με έκανε να χαμογελώ, επειδή τώρα θεωρούμουν το κακό αγόρι, με έκανε και να ανησυχώ σχετικά με τη φύση του επαγγέλματος που είχα επιλέξει. Συγκεκριμένα, εάν κάποιος σαν εμένα στιγματιζόταν ως «έχων θέματα με την εξουσία», πώς θα χαρακτήριζαν τα παιδιά, με τα οποία μεγάλωσα και που εστίαζαν την προσοχή και το ενδιαφέρον τους σε πολλά πράγματα εκτός από το σχολείο. Η απάντηση μου έγινε σύντομα σαφής.

Διαγνώσεις Ψυχικής Ασθένειας για τους αντι-εξουσιαστές
Ένα άρθρο του 2009 στους Psychiatric Times με τίτλο «ΔΕΠΥ και Αντιδραστική Διαταραχή Συμπεριφοράς: Αντιμετωπίζοντας τις προκλήσεις στην Διασπαστική Συμπεριφορά» αναφέρει ότι οι διασπαστικές διαταραχές, που περιλαμβάνουν την Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερ-κινητικότητας (ΔΕΠΥ) και την Αντιδραστική Διαταραχή Συμπεριφοράς (ΑΔΣ), αποτελούν τα πιο κοινά προβλήματα ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων. Η ΔΕΠΥ χαρακτηρίζεται από έλλειψη προσοχής και διάσπαση προσοχής, ασθενή αυτό-έλεγχο, παρορμητικότητα και υπερ-κινητικότητα. Η ΑΔΣ ορίζεται ως «ένα μοτίβο αρνητικής, εχθρικής και αντιδραστικής συμπεριφοράς χωρίς τις πιο σοβαρές παραβάσεις των δικαιωμάτων των άλλων που παρατηρούνται στην διαταραχή συμπεριφοράς», ενώ τα συμπτώματα της ΑΔΣ περιλαμβάνουν «συχνή αντίσταση ή άρνηση στον συμβιβασμό με τα αιτήματα των ενηλίκων ή τους κανόνες» και «συχνές εντάσεις με τους ενήλικες».
Ο Ψυχολόγος Russell Barkley, μία από τις επικρατέστερες αυθεντίες ψυχικής υγείας στη ΔΕΠΥ, υποστηρίζει ότι όσοι διαγιγνώσκονται με ΔΕΠΥ έχουν ελλείμματα σε ό,τι ο ίδιος αποκαλεί «κανονιστική συμπεριφορά», καθώς είναι λιγότερο αποκριτικοί σε κανόνες των καθιερωμένων αρχών και λιγότερο ευαίσθητοι σε θετικές ή αρνητικές συνέπειες των πράξεων τους. Η ΑΔΣ στους νέους, σύμφωνα με τις επικρατούσες αρχές της ψυχικής υγείας, χαρακτηρίζεται επίσης από αυτά τα λεγόμενα ελλείμματα στην «κανονιστική συμπεριφορά» και για αυτό είναι εξαιρετικά συχνή η διπλή διάγνωση για ΔΕΠΥ και ΑΔΣ στους νέους.
Θέλουμε πράγματι να διαγνώσουμε και να θεραπεύσουμε όλους όσους έχουν ελλείμματα στην «κανονιστική συμπεριφορά»;
Ο Albert Einstein , στη νεανική του ηλικία, θα είχε πιθανότατα διαγνωστεί με ΔΕΠΥ και ίσως και με ΑΔΣ. Ο Albert δεν πρόσεχε τους δασκάλους του, απέτυχε δύο φορές στις εισαγωγικές εξετάσεις του κολλεγίου του και αντιμετώπιζε δυσκολία στο να παραμένει σε μία δουλειά. Ωστόσο, ο βιογράφος του Einstein ο Ronald Clark (Einstein: The Life and Times) υποστηρίζει ότι τα προβλήματα του Einstein δεν προέρχονταν από ελλείμματα προσοχής αλλά μάλλον από το μίσος του για την αυταρχική πρωσική πειθαρχία των σχολείων του. Ο Einstein είχε πει: «Οι δάσκαλοι στο δημοτικό σχολείο μου φαίνονταν σαν λοχίες και στο Γυμνάσιο οι δάσκαλοι ήταν σαν υπασπιστές.» Στην ηλικία των 13, ο Einstein διάβασε την δύσκολη «Κριτική του Καθαρού λόγου» του Καντ, επειδή τον ενδιέφερε. Ο Clark μας λέει επίσης, ότι ο Einstein αρνήθηκε να προετοιμαστεί για τις εισαγωγικές εξετάσεις του κολλεγίου του, λόγω αντίδρασης στον «αφόρητο» δρόμο του πατέρα του προς ένα πρακτικό επάγγελμα. Αφότου μπήκε στο κολέγιο, ένας καθηγητής είπε στον Einstein: «Έχεις ένα μειονέκτημα, κανείς δεν μπορεί να σου πει τίποτα». Τα κύρια χαρακτηριστικά του Einstein που ανησυχούσαν τις αρχές τόσο πολύ ήταν ακριβώς εκείνα που του επέτρεπαν να υπερέχει.
Σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα, ο Saul Alinsky, ο θρυλικός ιδρυτής και συγγραφέας του Reveille for Radicals and Rules for Radicals, θα είχε διαγνωστεί σίγουρα με μία ή περισσότερες Διαταραχές Διασπαστικής Συμπεριφοράς. Ανακαλώντας την παιδική του ηλικία, ο Alinsky είπε: «Ποτέ δεν σκέφτηκα να περπατήσω στο γρασίδι, μέχρι που είδα μία ταμπέλα να λέει ‘Μην πατάτε το γρασίδι’. Τότε θέλησα να το ποδοπατήσω». Ο Alinsky ανακαλεί επίσης μία φορά, όταν ήταν 10 ή 11 ετών και ο ραβίνος του τον δίδασκε στα Εβραϊκά: «Μία μέρα διάβασα τρεις σελίδες στη σειρά χωρίς λάθη στην προφορά, και ξαφνικά μία δεκάρα έπεσε πάνω στην Αγία Γραφή… Την επόμενη μέρα ο ραβίνος εμφανίστηκε και μου είπε να ξεκινήσω την ανάγνωση. Και δεν θα το έκανα: Απλώς στάθηκα εκεί σιωπηλός, αρνούμενος να διαβάσω. Με ρώτησε γιατί ήμουν τόσο ήσυχος και είπα ‘Αυτή τη φορά ή μία νικέλιο (είδος νομίσματος) ή τίποτα.’ Τράβηξε πίσω το χέρι του και με ένα χτύπημα με πέταξε στην άλλη άκρη του δωματίου.»
Πολλοί άνθρωποι με σοβαρό άγχος ή/και κατάθλιψη είναι επίσης αντι-εξουσιαστές. Συχνά ένα σημαντικό πρόβλημα στη ζωή τους, που τροφοδοτεί το άγχος τους ή/και την κατάθλιψη τους, είναι ο φόβος τους ότι η περιφρόνηση για τις αθέμιτες αρχές θα τους οδηγήσει σε οικονομική και κοινωνική περιθωριοποίηση, φοβούνται, όμως, ότι η συμμόρφωση με τέτοιες αθέμιτες αρχές θα τους προκαλέσει υπαρξιακό θάνατο.
Έχω περάσει αρκετό χρόνο με ανθρώπους που είχαν κάποια στιγμή στη ζωή τους σκέψεις και συμπεριφορές τόσο παράξενες, που ήταν εξαιρετικά τρομακτικές για τις οικογένειές τους και ακόμη και για τους ίδιους: είχαν διαγνωστεί με σχιζοφρένεια και άλλες ψυχώσεις, αλλά έχουν ανακάμψει πλήρως και εδώ και πολλά χρόνια ζουν μία παραγωγική ζωή. Σε αυτόν τον πληθυσμό δεν έχω συναντήσει ούτε ένα άτομο, το οποίο δεν θα θεωρούνταν κύριος αντι-εξουσιαστής. Αφού ανέκαμψαν, είχαν μάθει να διοχετεύουν την αντι-εξουσιαστικότητα τους σε πιο εποικοδομητικές πολιτικές σκοπιμότητες, συμπεριλαμβανομένης της μεταρρύθμισης της θεραπείας της ψυχικής υγείας.
Πολλοί αντι-εξουσιαστές που νωρίτερα στη ζωή τους είχαν διαγνωστεί με ψυχική ασθένεια μου εξηγούν  ότι από τη στιγμή που χαρακτηρίστηκαν με μία ψυχιατρική διάγνωση βρέθηκαν σε δίλημμα. Οι εξουσιαστές, εξ ορισμού, απαιτούν τυφλή υπακοή, και έτσι κάθε αντίσταση στη διάγνωση και τη θεραπεία τους δημιουργούσε τεράστιο άγχος στους αυταρχικούς επαγγελματίες υγείας. Και οι επαγγελματίες, βρισκόμενοι εκτός ελέγχου, τους χαρακτήρισαν ως «μη συμμορφούμενους με τη θεραπεία»" αύξησαν τη σοβαρότητα της διάγνωσής τους, και αύξησαν τα φάρμακά τους. Αυτό εξόργιζε τους αντι-εξουσιαστές, μερικές φορές τόσο πολύ που αντιδρούσαν με τρόπους που τους έκανε να φαίνονται ακόμα πιο τρομακτικοί στις οικογένειές τους.
Υπάρχουν αντι-εξουσιαστές που χρησιμοποιούν ψυχιατρικά φάρμακα για να τους βοηθήσουν λειτουργικά, όμως συχνά απορρίπτουν εξηγήσεις ψυχιατρικών αρχών για τις αιτίες που προκαλούν τις δυσλειτουργίες. Έτσι, για παράδειγμα, μπορεί να λαμβάνουν Adderall (μία αμφεταμίνη που χορηγείται για ΔΕΠΥ), αλλά ξέρουν ότι η ελλειμματική τους προσοχή δεν είναι αποτέλεσμα βιοχημικής εγκεφαλικής ανισορροπίας αλλά μάλλον οφείλεται σε μια βαρετή δουλειά. Παρομοίως, πολλοί αντι-εξουσιαστές σε εξαιρετικά αγχώδη περιβάλλοντα θα λάβουν κατά καιρούς συνταγογραφημένες βενζοδιαζεπίνες, όπως οι Xanax, ακόμη κι αν πιστεύουν ότι θα ήταν ασφαλέστερο να χρησιμοποιούν περιστασιακά μαριχουάνα, αλλά δεν μπορούν, λόγω των εξετάσεων αίματος για ουσίες στη δουλειά τους.
Σύμφωνα με την εμπειρία μου, πολλοί αντι-εξουσιαστές που χαρακτηρίζονται με ψυχιατρικές διαγνώσεις συνήθως δεν απορρίπτουν όλες τις αρχές, αλλά μόνο αυτές που θεωρούν αθέμιτες, και οι οποίες απλώς τυχαίνει να αποτελούν μεγάλο μέρος των αρχών της κοινωνίας.

Διατηρώντας το Κοινωνικό Status Quo
Οι Αμερικανοί κοινωνικοποιούνται ολοένα και περισσότερο για να εξισώσουν την απροσεξία, τον θυμό, το άγχος, και την μόνιμη απελπισία με μια ιατρική κατάσταση, και να αναζητήσουν ιατρική θεραπεία αντί για πολιτικά μέσα. Τι καλύτερος τρόπος για να διατηρηθεί το status quo, το να θεωρηθούν η απροσεξία, ο θυμός, το άγχος, η κατάθλιψη ως βιοχημικά προβλήματα ατόμων που είναι ψυχικά ασθενή, αντί για φυσιολογικές αντιδράσεις σε μία ολοένα και πιο αυταρχική κοινωνία;
Η πραγματικότητα είναι ότι η κατάθλιψη σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με κοινωνικές και οικονομικές δυσκολίες. Είναι πολύ πιο πιθανό να είναι κάποιος καταθλιπτικός, αν είναι άνεργος, υποαπασχολούμενος, στη δημόσια πρόνοια, ή χρεωμένος). Και τα παιδιά με ΔΕΠΥ δίνουν προσοχή όταν πληρώνονται, ή όταν μια δραστηριότητα είναι καινοτόμος, τους ενδιαφέρει, ή επιλέγεται από αυτούς (τεκμηριώνεται στο βιβλίο μου Commonsense Rebellion).
Στον σκοταδισμό, οι αυταρχικές μοναρχίες συνεργάζονταν με αυταρχικούς θρησκευτικούς θεσμούς. Όταν ο κόσμος βγήκε από αυτή την σκοτεινή εποχή και εισήχθη στον Διαφωτισμό, υπήρξε μια έκρηξη ενέργειας. Μεγάλο μέρος αυτής της αναζωογόνησης είχε να κάνει με το να τολμήσει κάποιος το σκεπτικισμό για τους αυταρχικούς και διεφθαρμένους θεσμούς και να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στο μυαλό κάποιου. Τώρα βιώνουμε έναν άλλο σκοταδισμό, όπου μόνο τα θεσμικά όργανα έχουν αλλάξει. Οι Αμερικανοί χρειάζονται απεγνωσμένα αντι-εξουσιαστές να αμφισβητήσουν, να προκαλέσουν, και να αντισταθούν στις νέες παράνομες αρχές και να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη στη δική τους κοινή λογική.
Σε κάθε γενιά θα υπάρχουν εξουσιαστές και αντι-εξουσιαστές. Ενώ είναι ασυνήθιστο στην ιστορία της Αμερικής οι αντι-εξουσιαστές να λάβουν ένα είδος αποτελεσματικής δράσης που να  εμπνέει τους άλλους να επαναστατήσουν με επιτυχία, μία φορά στο τόσο ένας Tom Paine, Crazy Horse ή Malcolm X εμφανίζονται. Έτσι, οι εξουσιαστές περιθωριοποιούν οικονομικά όσους αντιδρούν στο σύστημα, ποινικοποιούν τον αντι-εξουσιασμό, ψυχοπαθολογικοποιούν τους αντι-εξουσιαστές, και πουλούν φάρμακα για την «θεραπεία» τους.

Μετάφραση: Μαρία Πολυκρέτη
Επιμέλεια Μετάφρασης: Αντωνία Κουνενάκη και Ομάδα Δια-Τάραξη

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015

"Πραγματικές" γυναίκες

Τον τελευταίο καιρό παρατηρήσαμε μία έξαρση στις φωτογραφήσεις των αποκαλούμενων «πραγματικών» γυναικών από μεγάλα γυναικεία περιοδικά όπως το cosmopolitan και η vogue ( http://www.cosmopolitan.co.uk/body/a28749/beautiful-women-naked-pictures-scars-stretchmarks/?utm_content=buffer937e4&utm_medium=social&utm_source=facebook.com&utm_campaign=buffer, http://www.vogue.com/slideshow/4057927/bras-lingerie-undergarments-for-all-sizes/#7). Στις φωτογραφήσεις αυτές συμμετέχουν γυναίκες οι οποίες δεν είναι μοντέλα, πολλές φορές συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: φωτογραφίζονται γυναίκες που τα σώματά τους απέχουν χιλιόμετρα από αυτά που προβάλλονταν μέχρι τώρα ως πρότυπο.

Το γεγονός που μας κίνησε το ενδιαφέρον ήταν η κατασκευή των γυναικών αυτών και η απόδοσή τους ως «πραγματικές». Οι γυναίκες, δηλαδή, που ασχολούνται με το μόντελινγκ , που έχουν πολύ λεπτό ή πολύ γυμνασμένο σώμα δεν είναι πραγματικές; Η πραγματικότητα δε χωράει όλα τα σώματα αλλά μονάχα εκείνα που διαφέρουν από τα προβαλλόμενα πρότυπα;  Συμπεραίνουμε, ακόμα, ότι το κριτήριο της κατάταξης στην κατηγορία των πραγματικών γυναικών δεν είναι άλλο από την εξωτερική εμφάνιση. Δεν είναι ο τρόπος συμπεριφοράς μίας γυναίκας, οι σχέσεις της, οι απόψεις της αλλά η εμφάνισή της.

Αυτό που κατά την άποψή μας επιχειρείται από τα γυναικεία περιοδικά είναι η επανασεξουαλικοποίηση των γυναικείων σωμάτων. Το εύρος πλέον του τι θεωρείται σεξουαλικό φαίνεται να μεγαλώνει περιλαμβάνοντας όλο και περισσότερα στοιχεία. Σε μία σύντομη αναζήτηση που πραγματοποιήσαμε συναντήσαμε φωτογραφήσεις γυναικών εγκυμονούσες ή με τα βρέφη τους, παχουλές με κυτταρίτιδα και ψωμάκια, με ουλές ή σπυράκια. Προκειμένου λοιπόν να πλουτίσουν λίγο ακόμα τα γυναικεία περιοδικά αποφάσισαν πως, τελικά μέχρι τώρα, το τι ορίζαμε ως σεξουαλικότητα και θηλυκότητα ήταν λάθος και πως μέσα σε αυτόν τον ορισμό χωράμε λίγες/λίγοι ακόμη.
 Δύο σελίδες, βέβαια, μετά την φωτογράφηση των εκτός προτύπων γυναικών, το ίδιο περιοδικό έχει τη μαγική δίαιτα που σε κάνει να χάσεις 5 κιλά σε μια εβδομάδα..

Ένα ακόμα καίριο σημείο, στο οποίο θα θέλαμε να σταθούμε, είναι ότι μέσω των συγκεκριμένων φωτογραφήσεων επιχειρείται η χρήση των γυναικείων σωμάτων για χάρη – ποιου άλλου; – του κέρδους. Πριν μερικά χρόνια οι γυναίκες προωθούνταν ως σεξουαλικά αντικείμενα, ευεπίφορα στους προκλητικούς σχολιασμούς των αντρών κι όλο αυτό μέσα στα πλαίσια της κοινωνικής και πολιτικής ανισότητας. Πλέον, οι γυναίκες έχουν μετατραπεί από σεξουαλικά αντικείμενα σε σεξουαλικά υποκείμενα, καθότι το πρότυπο της σέξυ γυναίκας εξακολουθεί να υπάρχει, ωστόσο αυτό που έχει αλλάξει, για να ρίξει στάχτη στα μάτια μας προς τιμήν μιας δήθεν χειραφέτησης, είναι ότι η ίδια η γυναίκα επιλέγει να προωθήσει τον εαυτό της με αυτό τον τρόπο. Βλέπουμε παντού γυναίκες που αναδεικνύουν τα οπίσθια, το στήθος ή τα πόδια τους αναπαράγοντας τα μεγαλοπρεπή τσιτάτα «θέλω να αρέσω στον εαυτό μου», « ξέρω τι θέλω και μπορώ να το αποκτήσω», « η δύναμη βρίσκεται μέσα μου»  ή « πρώτα απ’ όλα πρέπει να είμαι ερωτευμένη με τον εαυτό μου». Είναι η λεγόμενη απελευθέρωση που θεωρούν ότι κατακτούν μέσα από την κατασκευή της υποκειμενικότητάς τους ως δρώντα, δυναμικά και ανεξάρτητα –σεξουαλικά όμως πάντα- υποκείμενα. Έτσι, η γυναίκα πλέον ως ενεργό υποκείμενο έχει την δυνατότητα να επιλέξει ελεύθερα την αυτοπροβολή της αλλά –προσοχή- πάλι με γνώμονα μόνο την εξωτερική της εμφάνιση μέσω της σεξουαλικότητας που αποπνέει.

Αφού λοιπόν τα γυναικεία περιοδικά και ο χώρος της μόδας στράγγιξαν κυριολεκτικά κάθε γυναίκα – μοντέλο , αφού αναπαρήγαγαν ένα προς ένα όλα τα φθηνά στερεότυπα για την σεξουαλικότητα και την ομορφιά των γυναικών, αφού μας γέμισαν όλες/όλους με ανασφάλειες για το σώμα μας , αφού οδήγησαν τόσα κορίτσια στην ανορεξία , αποφάνθηκαν ότι άδικα συνέβησαν όλα αυτά, γιατί τόσα χρόνια παρέλειψαν να ασχοληθούν με την «πραγματική ομορφιά».

Ας γελάσουμε..  

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Life and Business Coaching

Σκοπός αυτής της δημοσίευσής μας είναι να ασκήσουμε μια σύντομη κριτική σε ένα νέο πεδίο που εμφανίζει αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με την επιστήμη της Ψυχολογίας, ωστόσο το ίδιο δεν κατατάσσει τον εαυτό του σε αυτήν αλλά ούτε και η Ψυχολογία το αποδέχεται ως κλάδο της. Αποφασίσαμε, όμως, να ασχοληθούμε με αυτό καθότι παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον και ο λόγος γίνεται για το Life Coaching και Business Coaching ή με ελληνικούς όρους "προπόνηση ζωής" και "καριέρας". Μια άλλη αφορμή για αυτήν την κριτική μας αποτελεί μια δημοσίευση που διαβάσαμε στην επίσημη ιστοσελίδα του Αθηναϊκού Ινστιτούτου Coaching για ένα διήμερο Coaching στην Αθήνα στις 24 και 25 Ιανουαρίου, το οποίο υπόσχεται να μας εκπαιδεύσει πάνω στους προσωπικούς και επαγγελματικούς μας στόχους (http://athenscoaching.gr/index.php/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%B1/%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CE%B7%CE%BB%CF%8E%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-events/180-coaching-practice ).

Πρόκειται για μια Μεθοδολογία, όπως ισχυρίζονται οι ίδιες, η οποία βοηθά το άτομο να αναπτύξει τις δυνατότητες του, να εκπαιδευτεί ώστε «να φτάσει στην αυτοβελτίωση», και να πείσει τον εαυτό του ότι μπορεί να καταφέρει όποιον στόχο θέλει. Η «προπονήτρια» θα συμπράττει μαζί με τον εκπαιδευόμενο για να θέτουν μαζί στόχους, να απομακρύνουν τα αρνητικά συναισθήματα και να ατενίζουν με αισιοδοξία το μέλλον, ώστε να επιτύχει ο εξυπηρετούμενος την προσαρμογή σε οποιοδήποτε περιβάλλον εργασιακό και μη. 

                                                
«..άτομα με μεγάλα αποθέματα ψυχολογικού κεφαλαίου αισθάνονται πιο ικανά να βρουν εργασία καθώς πιστεύουν ότι διαθέτουν όλα όσα χρειάζεται, τόσο για να οργανώσουν καλύτερα την αναζήτηση εργασίας, όσο και για να τους επιλέξει ένας εργοδότης. Κάθε άνθρωπος, για να μπορέσει να προσαρμοστεί με επιτυχία στην φάση αναζήτησης εργασίας θα χρειαστεί τα θετικά συναισθήματα που θα λειτουργήσουν ως πηγή ενέργειας. Οι σκέψεις και τα συναισθήματα ωστόσο δεν είναι η ίδια η λύση, αλλά εκείνα που θα συμβάλλουν στην λύση! Θα βοηθήσουν στην επίτευξη των στόχων και την υπέρβαση των δυσκολιών, θα βοηθήσουν τους ανθρώπους να διαχειριστούν τόσο το πρόβλημα όσο και το στρες με το οποίο βιώνουν το πρόβλημα » (http://www.athenscoaching.gr/index.php/about-us/athens-coaching-blog/158-psychological-capital-job )

Και κάπου εδώ πρέπει να φτάσει ο δικός μας σχολιασμός για αυτό το νέο «trend». Ίσως είναι προφανές ότι πρόκειται για ένα πεδίο που πάλι εστιάζει στο άτομο, καθώς το ίδιο είναι υπεύθυνο για την επιτυχία του και την αποτυχία του, από εκείνο και μόνο εξαρτάται η απόκτηση μιας νέας ευχάριστης ζωής στην οποία θα λαμβάνει σημαντικές αποφάσεις, θα ολοκληρώνει απαιτητικές διαδικασίες και θα αποδίδει όσο το δυνατόν περισσότερο. Η εσωτερική αλλαγή και η υψηλή λειτουργικότητα είναι οι δυο βασικές αξίες που εκθειάζονται στο Coaching και είναι αξίες που οφείλει να κατέχει το άτομο, αν μη τι άλλο,  για να θρέψει το νεοφιλελευθερισμό. Ο ψυχισμός που παράγεται μέσα από αυτή την εκπαίδευση είναι αυτός που θα καταπιέσει τον θυμό του όταν θα μειωθεί ο μισθός του στην επιχείρηση για χάρη της αποδοτικότητάς της, είναι εκείνος που θα χαμογελάσει στις υπερωρίες που θα του δοθούν επειδή απέδειξε ότι είναι ένας ικανός στρατιώτης και είναι εκείνος που θα σκεφτεί ότι η συνάδελφός του απολύθηκε επειδή δεν ήταν υπάκουη ή επειδή δεν είχε καλό coach. Η υπόσχεση της ευτυχίας, που αναμφισβήτητα ξεπηδά και σε αυτή την περίπτωση, εξαρτάται από το άτομο και μόνο και για να εκπληρωθεί, ενώ τα θετικά συναισθήματα και η προσαρμοστικότητα είναι ο μόνος δρόμος. 

Έτσι, οποιοδήποτε πολιτικοθεσμικό εμπόδιο ή κοινωνικό έλλειμμα δεν λαμβάνεται καν υπόψη, εφόσον τα πάντα προκύπτουν εκ των έσω και η αποτυχία είναι ένδειξη προσωπικής αδυναμίας. Όλο αυτό μοιάζει στα μάτια μας σαν μια ακόμα προσπάθεια κατασκευής μιας αποπολιτικοποιημένης κοινωνίας, όπου τα αρνητικά συναισθήματα, που πρέπει να αποτελούν τις αφορμές για αντίσταση, θα πρέπει να βρίσκονται πάντα υπό διαπραγμάτευση και διαχείριση, ενώ τα θετικά θα καταλαμβάνουν το πρώτο βάθρο. 

To αν θα βρεις λοιπόν δουλεία ειδικά στη σύγχρονη Ελλάδα, δεν είναι θέμα ανεργίας, δεν είναι θέμα του ότι οι περισσότερες δουλειές είναι πράγματι σκατά είναι θέμα του αν αισθάνεσαι ικανός για να βρεις μια τέτοια. Ταυτόχρονα , το αν σε βρίζει το αφεντικό σου, αν σε ρουφιανεύει η συνάδελφος, αν πρέπει να έχεις συγκεκριμένη ενδυμασία και συμπεριφορά, αν δουλεύεις ανασφάλιστος Κυριακές και αργίες και ο μισθός σου φτάνει ίσα ίσα για τους λογαριασμούς είναι δικό σου πρόβλημα να διαχειριστείς το άγχος και τα αρνητικά συναισθήματα που (λογικά) προκύπτουν από τις παραπάνω συνθήκες.

Ένα άλλο ζήτημα που θεωρούμε ότι προκύπτει είναι το πώς μπορεί στη σύγχρονη κοινωνία να γίνεται λόγος για την εκπλήρωση των στόχων μας. Στις μέρες μας οι στόχοι είναι τόσοι πολλοί, να βρούμε δουλειά, να έχουμε λεφτά, να κάνουμε οικογένεια, να έχουμε χόμπι, να πηγαίνουμε ταξίδια, να έχουμε φίλους κτλ κτλ κτλ. Πώς γίνεται λοιπόν να αναφερόμαστε στην εκπλήρωση «οποιουδήποτε στόχου»; Αν κάποιος επιθυμεί να δημιουργήσει οικογένεια πρέπει να αφήσει πίσω τη δουλειά του, ενώ αν κάποια θελήσει να ταξιδέψει δεν θα μπορεί να ασχοληθεί με κάποια άλλη δραστηριότητα. Μήπως λοιπόν χρειαζόμαστε συνέχεια ένα προπονητή να μας λέει τι θα κάνουμε μια και πάντα θα υπάρχει κάποια πτυχή της ζωής μας που δεν θα είναι τόσο πετυχημένη όσο θα θέλαμε;

Καταλήγοντας, θα παραθέσουμε τους τίτλους από το περιεχόμενο μαθημάτων ενός προγράμματος Coaching Business StartUp, όπως το βρήκαμε στην επίσημη ιστοσελίδα τους, που προετοιμάζει τους νέους επίδοξους προπονητές. 

     
    « Module 4

  • Απενοχοποιώντας την πώληση.
  • Μαθαίνοντας να “πουλάς” τον εαυτό σου & το expertise σου, με αυθεντικό τρόπο.
  • Γράφοντας τα βασικότερα κείμενα που θα χρειαστείς για να προωθήσεις το practice σου. (http://www.athenscoaching.gr/index.php/coaching-courses/coaching-startup) » 

Tα σχόλια δικά σας.


Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014

Φιλανθρωπική εκδήλωση Santa run

Θα θέλαμε να παραθέσουμε εδώ ένα μικρό σχόλιο σχετικά με τη διοργάνωση Santa Run, η οποία έλαβε χώρα για τέταρτη συνεχή χρονιά στη χώρα μας σημειώνοντας μάλιστα μεγάλη επιτυχία. Για όσους/όσες δεν το γνωρίζουν, η διοργάνωση αυτή είναι διεθνής και πραγματοποιείται κάθε χρόνο μέσα στις γιορτές των Χριστουγέννων. Τα άτομα που συμμετέχουν οφείλουν, εάν θέλουν, να καταβάλουν το ποσό των 20 ευρώ προκειμένου να αγοράσουν μία στολή Άγιου Βασίλη, την οποία θα φορέσουν και μαζί με τους υπόλοιπους θα διανύσουν μία ορισμένη απόσταση μέσα στην εκάστοτε πόλη, ενώ κατά τη διάρκεια της διαδρομής διατίθενται κεράσματα στους/στις συμμετέχοντες/ουσες από τα γειτονικά μαγαζιά. Τα χρήματα που συγκεντρώνονται προσφέρονται για φιλανθρωπικούς σκοπούς, κατά βάση σε ιδρύματα για παιδιά με προβλήματα υγείας. Στα Χανιά, που είναι και η πόλη με τη μαζικότερη προσέλευση κόσμου, συμμετείχαν τη φετινή χρονιά περισσότεροι από 5.000 Άγιοι Βασίληδες.
Ξέρουμε ότι θα ήταν σίγουρα χιλιοειπωμένο να αναλύσουμε τους λόγους για τους οποίους η φιλανθρωπία όχι μόνο στηρίζει αλλά και ενισχύει την ήδη υπάρχουσα δομή της κοινωνίας. Ωστόσο, θέλουμε απλά να τονίσουμε τον κατακόρυφο χαρακτήρα της φιλανθρωπίας, την λεγόμενη πια «glamour φιλανθρωπία» που στόχο έχει να μετατρέψει σε θέαμα την άμβλυνση του ανθρώπινου πόνου που επικαλείται, μέσα από ομοιόμορφα κόκκινα αγιοβασιλάκια που χορεύουν, πίνουν και ξεφαντώνουν στους γιορτινούς και συνάμα χαρωπούς ρυθμούς της πόλης. Άλλωστε πώς να παραβλέψουμε τους 200 χορηγούς της εκδήλωσης, που κυμαίνονται από την Συνεταιριστική Τράπεζα των Χανίων μέχρι αλυσίδες σουπερμάρκετ και άλλου είδους τοπικές επιχειρήσεις; Αλλά ας μην είμαστε επικριτικοί, κατά βάθος ο στόχος τους ήταν η βοήθεια στα παιδάκια.
Πρέπει, επίσης, να επισημάνουμε την επιλογή να δοθούν για ακόμη μία φορά τα χρήματα που θα συγκεντρωθούν στους «άξιους» και «καλούς» φτωχούς. Όχι σε πόρνες, όχι σε μετανάστες/στριες, όχι σε φυλακισμένους/μενες ή χρήστες/στριες ουσιών, αλλά σε παιδιά με ασθένειες. Σχεδόν δακρύσαμε με τον τόσο  «ιερό» σκοπό.
Θα θέλαμε ακόμα να τονίσουμε σε όσους/όσες, από καλή πιστεύουμε πρόθεση, συμμετείχαν στη διοργάνωση ,πως αν πιστεύετε ότι τα προβλήματα των παιδιών ή οποιουδήποτε άλλου θα λυθούν ή έστω θα πλησιάσουν τη λύση τους από χαζοχαρούμενους Άγιους Βασίληδες που τρέχουν στα στενά της πόλης με ένα κουραμπιέ στο στόμα, τότε έχετε πλάκα.

Τώρα λοιπόν αισθανθήκατε καλά που όχι μόνο δεν ανήκετε στην «κατηγορία» των «ανθρώπων που έχουν ανάγκη» , αλλά και μπορείτε – Χριστούγεννα γαρ- να προσφέρετε και 20 ολόκληρα ευρώ για να τους βοηθήσετε, φορώντας τις στολές με τις διαφημίσεις από τους μεγάλους χορηγούς της εκδήλωσης. Επιστρέψτε ήσυχοι/ήσυχες από βδομάδα στη δουλειά σας.  Κάνατε το χρέος σας για το συνάνθρωπο, είστε κι εσείς καλά παιδιά κι ίσως φέρει και σε εσάς ο πραγματικός Άγιος Βασίλης ένα δώρο!

ΥΓ. Εμείς, ως Δια-Τάραξη, υπερασπιζόμαστε και προτείνουμε την αλληλεγγύη, η οποία αντιτάσσεται στην επίδειξη εξουσίας και δύναμης που κυριαρχεί στις φιλανθρωπικές πρακτικές. Η ανάλυση αυτής της θέσης, όμως, επιφυλασσόμαστε ότι θα αποτελέσει στόχο ενός επόμενου κειμένου μας.

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2014

Κριτική στο Music School

Σχετικά με το Music School


Στο νέο talent show του MEGA που εμφανίζεται ως ένα αθώο «Μουσικό Σχολείο», ως μια «μουσική γιορτή γεμάτη τραγούδι και συναίσθημα»[1], υπάρχει MEGAλη εκμετάλλευση. Συνεχίζοντας την παράδοση παιδικής εκμετάλλευσης που εγκαινίασε με το Junior MasterChef, το κανάλι αυτή τη φορά βάζει παιδιά να ανταγωνιστούν για τον τίτλο του πιο ταλαντούχου celebrity-τραγουδιστή, με έπαθλο μια υποτροφία για σπουδές στο Ωδείο Αθηνών…

 Η sexουαλικοποίηση της παιδικής ηλικίας


Μια σημαντική κοινωνική-πολιτισμική διαδικασία που συνδέεται με την εκπομπή, είναι η sexουαλικοποίηση της παιδικής ηλικίας. Η sexουαλικοποίηση δεν αφορά φυσικά την αναγνώριση της παιδικής σεξουαλικότητας αλλά τη διασύνδεση της παιδικής ηλικίας με το sex, την μετατροπή των παιδιών σε αντικείμενα του σεξουαλικού βλέμματος. Ένα από τα αναχώματα ενάντια στην sexουαλική εκμετάλλευση των παιδιών δεν διατυπωνόταν μόνο με βιολογικούς όρους αλλά και με ψυχικούς, συναισθηματικούς. Η μη ολοκληρωμένη θυμική οικονομία των παιδιών τα τοποθετούσε σε μία ασφαλή απόσταση από την ενήλικη σεξουαλική ζωή. Ένα παιδί δεν μπορούσε να το ερωτευτεί κανείς· ακόμη κι αν έδειχνε στοιχεία ερωτικού συναισθήματος, αυτό θεωρούνταν μη ώριμης φύσης και άρα τοποθετούνταν εκτός της ανάλογης ανταπόκρισης από τους ενήλικες.

Αυτό που συμβαίνει με το μουσικό σχολείο του MEGA, και που φυσικά αντανακλά μια γενικότερη τάση, είναι η κατάρρευση αυτού του ανασχετικού φράγματος. Στην συγκεκριμένη εκπομπή, τα παιδιά καλούνται να μάθουν και να επιτελέσουν μια σειρά από έμφυλες θέσεις και συμπεριφορές που σχετίζονται με τον έρωτα.[2] Το πιο σημαντικό στοιχείο είναι πως συχνά καλούνται να ερμηνεύσουν τραγούδια σαν να είναι μεγάλοι, να νιώσουν λόγια ερωτικής έντασης (πόνου, καημού κτλ.) που δεν ανταποκρίνονται στα βιώματά τους, λαμβάνοντας σχόλια από τους κριτές πως ερμήνευσαν το τραγούδι με μεγάλη ωριμότητα και πολύ συναίσθημα και πως φάνηκε ότι ένιωθαν τα λόγια κτλ.[3] Αυτή η συστηματική καλλιέργεια της ερωτικής συναισθηματικής ωριμότητας και η δημόσια έκθεσή και επιτέλεσή της επιτρέπει την σύγκλιση της ερωτικής θυμικής οικονομίας των παιδιών με αυτή των ενήλικων δίνοντας επιπλέον υπόσταση στο σεξουαλικό βλέμμα προς τα παιδιά.

Λέμε «επιπλέον υπόσταση» γιατί η sexουαλικοποίηση του παιδικού σώματος βρίσκεται ήδη σε προχωρημένο σημείο. Η διαδικασία διαφαίνεται από την διάχυση μέσα στην εφηβική και παιδική ηλικία μιας έντονης σεξουαλικής κουλτούρας, κάτι που γίνεται ορατό κυρίως στο facebook. Επιπροσθέτως, αυτό που καθίσταται σαφές μέσα από μια προσεχτική ανάλυση, είναι πως στον όψιμο καπιταλισμό η παιδική σεξουαλικότητα μετατρέπεται σε αντικείμενο για την παραγωγή κέρδους και πως η διαδικασία αυτή εσωτερικεύεται από τα ίδια τα παιδιά/εφήβους. Η σύλληψη στην Θεσσαλονίκη του τύπου που φωτογράφιζε σε ερωτικές πόζες ανήλικες, κάποιες από τις οποίες ήταν κάτω των 15 ετών, πέρα από το επιχειρηματικό δαιμόνιο του εν λόγω κυρίου (που επιβεβαιώνει τα όσα προείπαμε), εγείρει το σοβαρό θέμα του πως τα ίδια τα κορίτσια μπορούσαν να δουν από μικρή ηλικία την ομορφιά τους και το ερωτικό τους σώμα ως αντικείμενο παραγωγής πλούτου. Αν και αυτό αφορά κυρίως τα μικρά κορίτσια, μπορούμε να διακρίνουμε αυτή την τάση και στα αγόρια.[4] 

Βρισκόμαστε στην εποχή το κύριο χαρακτηριστικό της οποίας κατά την Λακανική ψυχανάλυση είναι η κατάρρευση της συμβολικής λειτουργίας του Πατέρα, κάτι που επιφέρει την επιστροφή στον Αρχέγονο Πατέρα κατά τον Φρόυντ· έναν διεστραμμένο πατέρα που διεκδικεί τον έλεγχο πάνω στο σώμα των κοριτσιών του με διάφορους τρόπους. Η σταδιακή εκμετάλλευση της παιδικής/εφηβικής σεξουαλικότητας δεν περιορίζεται στην εκπόρνευση παιδιών σε χώρες της λεγόμενης περιφέρειας ή στις δεκατριάχρονες νιγηριανές στους δρόμους τις Αθήνας πάνω στις οποίες εκτονώνουν τις σεξουαλικές τους ενορμήσεις αρκετοί συμπολίτες μας. Αντίθετα, έχει αρχίσει να χτυπάει την πόρτα των έως πρόσφατα φιλήσυχων και συντηρητικών στρωμάτων.  Εμβληματική της τάσης για sexουαλικοποίηση της παιδικής ηλικίας και της εκμετάλλευσης της παραγόμενης sexουλικότητας, είναι η περίπτωση της Κριστίνα Πιμένοβα (βλ. Φώτο), η οποία σε ηλικία εννέα (9) μόλις ετών κάνει καριέρα στο μόντελινγκ. Τα σχόλια τύπου «σέξυ πόδια» στις φωτογραφίες της στο facebook καταδεικνύουν την απροσχημάτιστη κατάρρευση των ορίων της παιδικής ηλικίας. Ο συνδυασμός της ερωτικής συναισθηματικής ωρίμανσης ή η επιτέλεση ωρίμανσης που παρατηρούμε σε προγράμματα όπως το music school μαζί με την σεξουαλικοποίηση του παιδικού/εφηβικού σώματος που παρατηρείται γενικότερα, ανοίγει σταδιακά ένα νέο πεδίο καπιταλιστικής εκμετάλλευσης με τον όψιμο καπιταλισμό να πραγματώνει τη φράση «δουλειά δεν είχε ο διάολος, γαμούσε τα παιδιά του».

Τώρα που το music school κάνει το τοπίο της παιδικής εκμετάλλευσης πιο οικείο με τους περισσότερους να χαμογελούν πλέον ανέμελα και χωρίς ιδιαίτερο προβληματισμό μπροστά στο θέαμα της χαριτωμένων παιδιών, δεν θα εκπλαγεί κανένας όταν το MEGA θα παρουσιάσει κάποιο Next Top Model Kids ή Junior Next Top Model όπου μικρές Λολίτες θα ποζάρουν σε σέξι πόζες και θα λικνίζονται σε πασαρέλες, προωθώντας έτσι τον παιδικό προάγγελο της ιδανικής, σέξι και τεχνητά ευτυχισμένης ώριμης γυναίκας, όπως αυτή παρουσιάζεται στο κυρίαρχο star system.



Παιδική ηλικία και συναισθηματική εργασία

Μια άλλη διάσταση η οποία συνδέεται άμεσα με τη sexουαλικοποίηση της παιδικής ηλικίας και με την καλλιέργεια της ερωτικής συναισθηματικής ωριμότητας των παιδιών, είναι η παιδική (συναισθηματική) εργασία που προωθεί η εκπομπή. 

Σε κάθε επεισόδιο, οι δάσκαλοι-κριτές ζητούν από τα παιδιά να «βγάλουν» ένα κατάλληλο «συναίσθημα-εμπόρευμα» (μια «θετική συναισθηματικότητα»-«παιδικότητα»), το οποίο καλείται στη συνέχεια να «καταναλώσει» το κοινό και οι τηλεθεατές. Οι δάσκαλοι (σε ρόλο υπεύθυνου πρόσληψης σε εταιρία;) αξιολογούν τη συναισθηματική επιτέλεση των παιδιών λέγοντας συχνά πως το χαμόγελο/κέφι/συναίσθημα δεν ήταν όσο θα επιθυμούσαν.[5] Με αυτό τον τρόπο, τα παιδιά μαθαίνουν να εσωτερικεύουν τις εντολές και τις οδηγίες τους, ρυθμίζοντας ανάλογα τη συναισθηματική τους επιτέλεση.[6] Η «παράσταση» που καλούνται να δώσουν αφορά ρητά την παραγωγή της κατάλληλης με το κάθε τραγούδι συναισθηματικής κατάστασης που θα εκδηλώνεται και σε επίπεδο συμπεριφοράς ως «ανεμελιά», «χαλαρότητα» αλλά και «ωριμότητα») και κυρίως την επίδειξή της στους κριτές, στο κοινό και στους τηλεθεατές. Η ίδια η ζωή των παιδιών, το σύνολο της ύπαρξης τους γίνεται εργασία και εμπόρευμα ταυτόχρονα, που εκμεταλλεύεται και πουλά το κανάλι.[7] 

Σε αντίθεση με τον σαφή διαχωρισμό εργασίας και κοινωνιακότητας-επικοινωνίας, την αυστηρή πειθάρχηση και τον «εξωτερικό» καταναγκασμό που χαρακτήριζαν το φορντικό εργοστάσιο, στο μεταφορντικό Music School η εξουσία λειτουργεί μέσω της χαλάρωσης των ορίων μεταξύ εργασίας και ζωής (εδώ, της ‘παιδικής ηλικίας’), και μέσω της αυτονομίας, της ελευθερίας και της κινητοποίησης ολόκληρης της ύπαρξης του υποκειμένου · μέσω μιας ‘χαρούμενης αυτο-εκμετάλλευσης’. Τα παιδιά-συναισθηματικοί εργάτες καλούνται –μέσα από ένα κλισέ λεξιλόγιο– να «απολαύσουν» την κάθε τους περφόρμανς, να «περάσουν καλά», να νιώσουν ή να «βγάλουν» χαρά, να «υπερβούν τα όριά τους» και να «δώσουν τον καλύτερό τους εαυτό». Τα στημένα σκετσάκια «περνάμε καλά», «χαράς», «παιδικής ανεμελιάς» και «χαζολογήματος» κατά τις πρόβες, τα κοντινά ζουμ της κάμερας στα πρόσωπα και στις εκφράσεις των παιδιών ή στα δάκρυα συγκίνησης των κριτών κατά την ώρα του τραγουδιού, οι αγκαλιές και οι ενθουσιώδεις αντιδράσεις των γονιών μετά το τραγούδι, αποτελούν βασικό στοιχείο της «συναισθηματικής κατάστασης-εμπορεύματος» της εκπομπής, κατασκευάζοντας επιδέξια αυτό που μας παρουσιάζεται ως «αυθόρμητο» και «γνήσιο».

Πέρα από τις όποιες τραγουδιστικές γνώσεις, αυτό που βασικά διδάσκει η εκπομπή είναι συγκεκριμένα μοτίβα συναισθηματικής επιτέλεσης και τρόπους διαμόρφωσης του εαυτού που βρίσκονται σε αντιστοιχία με τις απαιτήσεις της σύγχρονης αγοράς εργασίας. Το Music School εκπαιδεύει τόσο αυτούς που συμμετέχουν με τη φυσική τους παρουσία όσο και τους τηλεθεατές σε ένα νέο πρότυπο εργαζόμενου που βρίσκεται υπό διαμόρφωση. Ο εαυτός που καλούνται να διαμορφώσουν τα παιδιά σε κάθε «παράσταση-επιτέλεση» (performance), οφείλει να καλλιεργεί και να βελτιώνει ασταμάτητα τις δεξιότητες του, να χρησιμοποιεί τα συναισθήματά του για να προωθήσει τον εαυτό του ως εμπόρευμα και να ικανοποιήσει τους πελάτες, να «τα δίνει όλα», να αυξάνει την αποδοτικότητα και τις επιδόσεις του, να είναι ευέλικτος και διαρκώς εξελισσόμενος, χωρίς να αντιδρά στην εντατική του αξιολόγηση και στα πιεστικά έργα που του αναθέτουν (βλ. νέο πανεπιστήμιο/λύκειο/σχολείο κοκ).[8] 

Στο δρόμο που άνοιξαν δειλά-δειλά τα Stage και τα «κοινωφελή» πεντάμηνα του ΟΑΕΔ (και μας έκαναν απόλυτα σαφή οι πρόσφατες δηλώσεις Λοβέρδου για τους εθελοντές εκπαιδευτικούς), αυτό που μας παρουσιάζει η εκπομπή είναι ένας «ωφελούμενος» εργαζόμενος που όχι μόνο δουλεύει αδιαμαρτύρητα με ελάχιστο ή καθόλου μισθό, αλλά αντιλαμβάνεται την εργασία του ως «εθελοντισμό», ως εκμάθηση δεξιοτήτων και γνώσεων, σαν μια μορφή χάρης και αναγνώρισης που του κάνουν οι εκμεταλλευτές του. Στο Music School, η εργασία, από μισθωτή σχέση και μέσο βιοπορισμού, μετατρέπεται σε μια εξατομικευμένη συνθήκη που γίνεται σχεδόν αποκλειστικά για λόγους ευχαρίστησης ή «εμπειρίας».

Στο εργασιακό αυτό μοντέλο, η απλήρωτη εργασία (και κυρίως το να υιοθετεί κανείς και να εντείνει την ‘χαρούμενη αυτο-εκμετάλλευσή’ του) παρουσιάζεται ως «συσσώρευση εμπειρίας» που είναι «καλή για το βιογραφικό» ή ως κάτι που αυξάνει το ‘ατομικό κεφάλαιο’ και την «ανταγωνιστικότητα» κάποιου στην αγορά εργασίας (Λοβέρδος: μοριοδότηση, υπόσχεση μισθού και «κανονικής» πρόσληψης στο δημόσιο), (Music School: συσσώρευση ορατότητας, φήμης και «κεφαλαίου τραγουδιστή/τριας-celebrity» που υπόσχονται μια μελλοντική «καριέρα» στο τραγούδι ή στην τηλεόραση).[9] Αντί για μισθό, η ‘συμβολική αμοιβή’ αυτού του εργαζόμενου (χαρά, εκμάθηση δεξιοτήτων, απόκτηση εμπειρίας κτλ) πηγάζει από το να κάνει «χαρούμενους» και «ικανοποιημένους» εκείνους στους οποίους προσφέρει την «εθελοντική» εργασία του –δηλαδή, τόσο την επιχείρηση (MEGA) και τους managers-coachers της (δάσκαλους-αξιολογητές-εμψυχωτές) όσο και τους πελάτες-καταναλωτές της (κοινό, τηλεθεατές). Στόχος είναι η ‘ταύτιση εργαζομένου-επιχείρησης’ που μας διδάσκουν τα βιβλία μάνατζμεντ και οργανωσιακής ψυχολογίας ·οι επιθυμίες των εργατών πρέπει να ευθυγραμμίζονται και να προβλέπουν τις επιθυμίες της επιχείρησης (με την οποία υποτίθεται έχουν «κοινά» συμφέροντα), ώστε να είναι ήδη προσαρμοσμένες και σε συμφωνία με αυτή.[10]



Ανταγωνισμός, Εκμετάλλευση και Ψυχολογία

Το MEGA προσπαθεί εναγωνίως να αποκρύψει το ότι εκμεταλλεύεται παιδιά και τα ωθεί στον ανταγωνισμό, με το να τονίζει διαρκώς πως «κανείς δεν αποχωρεί», πως υπάρχουν μόνο θετικά σχόλια, ζεστοί κριτές και ένα «προστατευτικό κλίμα» ή μια «τρυφερή ατμόσφαιρα», στην οποία τα παιδιά «περνούν καλά» και «μαθαίνουν πράγματα». Ωστόσο, οι ψηφοφορίες του καναλιού που καλούν τους τηλεθεατές να διαλέξουν ποια παιδιά θα «νικήσουν» και θα «περάσουν στον τελικό» (λες και ποντάρουν σε άλογα κούρσας στον ιππόδρομο) μας δείχνουν μια άλλη εικόνα. Σε αυτή την κούρσα, φυσικά, όλοι ξέρουν και αναμένουν πως ο νικητής θα είναι ένας.

Αυτό που έχει βέβαια σημασία δεν είναι τόσο το γεγονός ότι ο νικητής θα είναι ένας, αλλά η προσπάθεια που γίνεται ώστε αυτό να μη φανεί, να δοθεί η εικόνα πως εδώ είμαστε όλοι ίσοι και περνάμε καλά, αυτή είναι η ιδεολογική λειτουργία του προγράμματος που αντανακλά το πέρασμα στον κόσμο των επιχειρήσεων από το «εδώ είμαστε όλοι μια οικογένεια» στο «εδώ είμαστε όλοι φίλοι», απλά κάποιος θα πάρει προαγωγή αλλά ας μην χαλάσουμε την ωραία ατμόσφαιρα, ας δούμε αυτήν τη νίκη/προαγωγή ως μέρος του παιχνιδιού. Η φήμη πως στο Music School χρησιμοποιούνται ψυχολόγοι που διασφαλίζουν πως τα παιδιά δεν θα βγουν τραυματισμένα από αυτή την διαδικασία είναι άκρως υποκριτική. Τα παιδιά γνωρίζουν καλά από το σχολείο και τις εξωσχολικές δραστηριότητες την κουλτούρα του ανταγωνισμού και έχουν «πληγωθεί» αρκετές φορές. Αυτό που στην ουσία καταδεικνύει η συμμετοχή των ψυχολόγων καθώς και οι ψυχολογία με την οποία η παρουσιάστρια και οι κριτές τροφοδοτούν τα παιδιά, είναι η σημασία της ψυχολογίας για την παραγωγή της κατάλληλης ατμόσφαιρας και «ασφαλών» διεργασιών μέσα από τις οποίες η εκμετάλλευση παρουσιάζεται ως ένα όμορφο παιχνίδι.[11] 

Χρησιμοποιώντας μια ψυχολογική ορολογία και ερωτήσεις του στυλ «πως ένιωσες;» ή «είχες άγχος;», οι κριτές καλούν τα παιδιά να υιοθετήσουν ένα ψυχολογικό βλέμμα, που λειτουργεί δικαιολογώντας την καταπίεση, την εκμετάλλευση και τις λογικές ανταγωνισμού, οι οποίες μεταφράζονται σε όρους όπως ‘ανασφάλεια’, ‘συστολή’ ή ‘άγχος’, που το κάθε παιδί οφείλει να «βελτιώσει» και να «διαχειριστεί» ξεχωριστά, ως ατομικό του «πρόβλημα».[12] Αυτή η ψυχολογική γλώσσα ασκεί έντονη βία, καθώς μέσω αυτής πραγματοποιείται η έκθεση και η «αντικειμενοποίηση» του εαυτού, η εξονυχιστική αξιολόγηση-βαθμολόγηση της απόδοσης, της παραγωγικότητάς του και η επισήμανση των «ατελειών» που πρέπει να βελτιωθούν κάτω απ’ τα επιτηρητικά βλέμματα κριτών, κοινού και τηλεθεατών.

Για το ζήτημα του Music School, οι –λαλίστατοι για κάθε άλλο θέμα– ψυχολόγοι έχουν καταπιεί τις γλώσσες τους, πέρα από ελάχιστες περιπτώσεις (βλ. http://kerentzis.blogspot.gr/2014/06/the-voice-kids-music-school.html). Ωστόσο, το πρόβλημα με τις ψυχολογικού τύπου κριτικές είναι πως περιορίζονται σε ένα επίπεδο ‘ψυχολογικού τραύματος’ ή ‘κακοποίησης’, αναπαράγοντας παράλληλα μια πολύ προβληματική θυματοποίηση των παιδιών. Αντίθετα, εκείνο που χρειάζεται να προσέξουμε είναι οι μηχανισμοί εκμετάλλευσης και υποκειμενοποίησης-καθυπόταξης που διαπερνούν τη συγκεκριμένη εκπομπή, καθώς και το πώς ο μετασχηματισμός που συμβαίνει στον όψιμο καπιταλισμό στη συναισθηματική ωρίμανση των παιδιών –μετασχηματισμός που ενισχύεται τόσο μέσα από την τάση sexουαλικοποίησής τους όσο και από τη ‘συναισθηματική εργασία’ τους σε talent show όπως το Music School– συνδέεται με τη μετατροπή της ίδιας της παιδικής ηλικίας σε εμπόρευμα · σε αντικείμενο εκμετάλλευσης και παραγωγής κέρδους.




Το παραπάνω κείμενο είναι μια συλλογική προσπάθεια της ομάδας διαχείρισης της σελίδας του Δικτύου Κριτικής Ψυχολογίας, της ομάδας Δια-Τάραξη, της ανεξάρτητης Ομάδας Συνεργατικής Πρακτικής, καθώς και αρκετών ατόμων που έκαναν παρεμβάσεις και σχόλια στο κείμενο.


Δίκτυο Κριτικής Ψυχολογίας                    http://criticalpsy-net.blogspot.gr/

Ομάδα Δια-Τάραξη                                     http://dia-taraksi.blogspot.gr/

Ομάδα Συνεργατικής Πρακτικής             http://pomocriticaltherapy.wordpress.com/





[2] Αυτό είναι κάτι που εντοπίζεται σε πολλές από τις οδηγίες και σχόλια που δέχονται τα παιδιά από τους κριτές: «αρέσει στις γυναίκες…στη Ντορετα», «ο Εντμοντ θα ρίξει τις γυναίκες σαν τις μύγες», «βάλε το πιο κοριτσίστικο που έχεις..φουστίτσα», «κράτα την αγκαλίτσα… μην την κρατάς σα να πάτε για σουβλάκια. Ρομαντικά».

[3]Εδώ αξίζει να αναστοχαστούμε πάνω στο μαζικό ελληνικό τραγούδι και την κουλτούρα του, μια συναισθηματική πανούκλα και ερωτική μιζέρια που μεταδίδεται δυστυχώς σε όλο και πιο μικρές ηλικίες. Παρεμπιπτόντως, δεν είναι καθόλου περίεργο ότι αυτή η μιζέρια «κουμπώνει» μια χαρά με τη sexουαλικοποίηση του ενήλικου και παιδικού κόσμου. Η «sexουαλικοποίηση» δεν είναι παρά θεαματικοποίηση του σεξ που λειτουργεί μόνο σε συνθήκες στέρησης και μιζέριας, δεν μπορείς να κάνεις σεξουαλικό κάτι που από μόνο του είναι σεξουαλικό ούτως ή άλλως, μόνο να το καταστείλεις, να το ευτελίσεις και να το ελέγξεις δια της θεαματικής υπερέκθεσης. 

[4] Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα την περίπτωση του Brendan Jordan, ενός gay έφηβου που έγινε γνωστός από ένα video στο οποίο εμφανίζονταν να χορεύει, και «είχε την τύχη» να γίνει τόσο διάσημος ώστε να τον καλεί στην εκπομπή της η Queen Latifah, να του στέλνει μηνύματα η Lady Gaga και να συμμετέχει στην καμπάνια της American Apparel. Υπάρχει μία τάση όπου τα gay αγόρια  sexouαλικοποιούν όλη την υπόστασή τους με διάφορους τρόπους.

[5] «προκαλεί την καλή διάθεση», «να μας ανεβάσεις», «είσαι γεννημένος διασκεδαστής», «λίγο παραπάνω κέφι θα ήθελα», «θα ήθελα να χαμογελάς περισσότερο», «το χαμόγελο ήθελα να υπάρχει λίγο παραπάνω», «έβγαλες τα συναισθήματα που έπρεπε», «Μας ξεκούρασες. Σαν να έφυγε από πάνω μας η κούραση της ημέρας», «εκείνο που θέλω από σένα είναι να το χαρείς το τραγούδι», «να σε δει ο κόσμος να είσαι ευχάριστη, να μεταδίδεις ευχάριστα το τραγούδι», «θέλω να νιώθεις ότι εννοείς κάθε λέξη. Πρέπει να μπεις σε αυτό το ρόλο», «Ξέρεις τι μου έλειψε; Λίγο παραπάνω συναίσθημα. Λίγο παραπάνω πρέπει να το βάλεις στο κορμί σου».

[6] «για να φανεί ότι το νιώθω πρέπει να το δείξω στο πρόσωπο μου και ειδικά στα μάτια μου», «Μου είπε (το παιδί) πρέπει να θολώσω τα μάτια μου. Να τα κάνω να θολώσουν. Να μην βλέπω τον κόσμο», «θα πρέπει να χαλαρώσω έτσι ώστε να μπορέσω να το ζήσω μέσα μου», «πρέπει να βγάλω συναίσθημα. Να δουν πως το νιώθω», «Πρέπει να το αισθανθώ το τραγούδι».

[7] Πέρα από την ίδια την εκπομπή, ενδεικτικό του χυδαίου τρόπου με τον οποίο το MEGA εκμεταλλεύεται και εμπορευματοποιεί την ‘παιδικότητα’ είναι οι βρεφικές-νηπιακές φωτογραφίες των παιδιών που εμφανίζονται στην ιστοσελίδα του [http://www.megatv.com/themusicschool/default.asp?catid=36097], όσο και το ότι πάνω από τις μισές διαφημίσεις προϊόντων που προβάλλονται στα διαλείμματα του Music School στοχεύουν σε ένα παιδικό καταναλωτικό κοινό ή έχουν παιδιά πρωταγωνιστές.

[8] «εξέλιξη που έχεις…κάθε φορά καλύτερη», «άνοδο όσον αφορά την απόδοσή σου», «είμαι χαρούμενη για τη σημερινή σου απόδοση», «ένα παιδί με μεγάλη προοπτική για εξέλιξη», «Έδωσες τον καλύτερό σου εαυτό. Μπορείς να φτάσεις πολύ ψηλά», «Ενώ είναι τέλεια, συνεχώς βελτιώνεται».

[9] μία ψευδή υπόσχεση ευτυχίας για χάρη της οποίας τα παιδιά πρέπει να σφυρηλατηθούν στις εξοντωτικές πρόβες και στο αυστηρό πρόγραμμα και μέσα από την οποία νομιμοποιούνται αλλά και ηθικοποιούνται ο χρόνος και ο κόπος που αφιερώνονται.

[10] (Κριτής: «Πώς αισθάνθηκες;» Παιδί: «Ωραία». Κριτής: «Κι εμείς αισθανθήκαμε ωραία…»), (Κριτής: «το απήλαυσα το τραγούδι και ελπίζω και εσύ. Αυτό έχει σημασία. Να απολαμβάνεις το τραγούδι»). 

[11] Εδώ μπορούμε να σκεφτούμε πως η συστηματική πίεση που δέχονται τα παιδιά για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των κριτών αποκρύπτεται επιδέξια ή εμφανίζεται φευγαλέα κυρίως στη στιγμή της αξιολόγησης, της ανακοίνωσης του νικητή ή εκφράζεται έμμεσα με παράπονα για τη δυσκολία των κομματιών. 

[12] «ντροπαλή, πρέπει να αποβάλλει την ανασφάλεια και να πιστέψει περισσότερο στον εαυτό της», «να κάνεις πράγματα για να ξεπεράσεις τη συστολή», «έχεις άγχος παραπάνω από το κανονικό», «σίγουρη για τον εαυτό της. έχει αυτοπεποίθηση», «απέβαλλες το άγχος», «δεν πιστεύω να ‘χουμε άγχος», «ανέβηκες με σιγουριά, απέβαλες ανασφάλειες»,  «η καλύτερή σου φορά χωρίς αμφιβολία. επιτέλους ανέβηκες με σιγουριά».